Ενώ η Ευρώπη παρακολουθεί με ανησυχία την άνοδο της ακροδεξιάς σε Γαλλία και Γερμανία, η Σουηδία, η χώρα των Βίκινγκς και της μετριοπάθειας, προσέφερε ένα διαφορετικό εκλογικό παράδειγμα. Στις βουλευτικές εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου, το εθνικιστικό κόμμα Sweden Democrats του Τζίμι Άκεσον όχι μόνο δεν ενισχύθηκε, αλλά υποχώρησε αισθητά, από το 20,5% του 2022 στο 17,5%. Το κεντροαριστερό μπλοκ εξασφάλισε οριακή πλειοψηφία εδρών, 176 έναντι 173 του δεξιού μπλοκ.
Η συμμετοχή στην εξουσία κοστίζει στην ακροδεξιά
Για πρώτη φορά από την ίδρυσή τους, οι Sweden Democrats γνώρισαν εκλογική υποχώρηση. Το παράδοξο είναι ότι την προηγούμενη τετραετία είχαν αποκτήσει σημαντική επιρροή στη διακυβέρνηση, στηρίζοντας την κεντροδεξιά κυβέρνηση του Κρίστερσον. Το κόμμα κατάφερε να μετακινήσει την κυβερνητική πολιτική προς αυστηρότερες θέσεις για τη μετανάστευση και την εγκληματικότητα. Ωστόσο, η εκλογική του δύναμη μειώθηκε. Το Politico επισημαίνει ότι η συμμετοχή στη διαμόρφωση κυβερνητικής πολιτικής δεν μεταφράστηκε αυτόματα σε περισσότερες ψήφους.
Ο απερχόμενος πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον είχε ήδη σπάσει το παλιό πολιτικό ταμπού συνεργασίας με τους Sweden Democrats. Πριν από τις εκλογές πήγε ακόμη ένα βήμα παραπέρα, υποσχόμενος υπουργικές θέσεις στον Άκεσον. Για τον πολιτικό επιστήμονα Νίκολας Άιολοτ, αυτή η κίνηση μπορεί να απομάκρυνε ορισμένους ψηφοφόρους που θα ψήφιζαν άλλα δεξιά κόμματα.
Η Σουηδία είχε επί χρόνια ένα ισχυρό πολιτικό «τείχος» απέναντι στην ακροδεξιά. Όμως από το 2022 και μετά αυτό άρχισε να παρουσιάζει ρωγμές. Σύμφωνα με μία ανάγνωση, όταν τα παραδοσιακά κόμματα αποκλείουν πλήρως την ακροδεξιά, μπορεί να της αφήνουν αποκλειστικά τον χώρο για όσους ψηφοφόρους ανησυχούν για τη μετανάστευση. Όταν όμως τη φέρνουν πιο κοντά στην εξουσία, μπορεί να μειώνεται το πλεονέκτημα της διαμαρτυρίας.
Η μετανάστευση και η εγκληματικότητα δεν είναι πλέον μονοπώλιο της ακροδεξιάς
Η Σουηδία αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση, επειδή τα παραδοσιακά κόμματα υιοθέτησαν ήδη αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική τα τελευταία χρόνια. Μετά την κορύφωση του μεταναστευτικού προβλήματος του 2015, οι κυβερνήσεις τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς περιόρισαν δραστικά τη μετανάστευση. Σύμφωνα με το Politico, ο αριθμός των μεταναστών μειώθηκε κατά 96% μέσα σε μία δεκαετία. Έτσι, ένα ζήτημα που κάποτε έδινε στους Sweden Democrats τεράστιο εκλογικό πλεονέκτημα δεν βρισκόταν πλέον στην κορυφή της ατζέντας.
Κάτι ανάλογο συνέβη και με την εγκληματικότητα. Οι συμμορίες και οι πυροβολισμοί είχαν αποτελέσει κεντρικό θέμα της προηγούμενης εκλογικής αναμέτρησης. Τώρα, σύμφωνα με τον Ουλφ Κρίστερσον, η ένοπλη εγκληματικότητα είχε μειωθεί περίπου κατά 80%. Έτσι, οι ψηφοφόροι άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην υγεία, την εκπαίδευση και την οικονομία.
Η Ρωσία παίζει διαφορετικό ρόλο στη Σουηδία
Υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας που διαφοροποιεί τη Σουηδία από άλλες ευρωπαϊκές χώρες: η Ρωσία. Η Σουηδία θεωρεί τη Ρωσία κορυφαία απειλή ασφαλείας και η εισβολή στην Ουκρανία οδήγησε τη χώρα στην εγκατάλειψη δεκαετιών στρατιωτικής ουδετερότητας και στην ένταξη στο ΝΑΤΟ. Έτσι, οι καταγγελίες για φερόμενη ρωσική διείσδυση στην προεκλογική εκστρατεία των Sweden Democrats είχαν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
Τα παραδοσιακά κόμματα πρέπει να δίνουν λύσεις
Σύμφωνα με την επικεφαλής των σοσιαλδημοκρατών Μαγκνταλένα Άντερσον, νικήτρια των εκλογών, το σημαντικότερο μάθημα για τα παραδοσιακά κόμματα του κέντρου είναι να αντιμετωπίζουν ουσιαστικά τα προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες.
«Εάν οι κυβερνήσεις προσφέρουν καλύτερο βιοτικό επίπεδο, καλύτερα σχολεία, καλύτερη υγειονομική περίθαλψη και δημιουργούν μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι μπορούν να αισθάνονται ότι υπάρχει ελπίδα για το μέλλον, τότε ο χώρος για τα δεξιά λαϊκιστικά κόμματα θα είναι μικρότερος», υπογράμμισε.
Το κοντράστ με τη Γερμανία
Το γερμανικό παράδειγμα δείχνει την άλλη πλευρά του νομίσματος. Το AfD κέρδισε στη Σαξονία-Άνχαλτ και στη συνέχεια στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, ενώ στο Βερολίνο κατέγραψε σημαντική παρουσία. Την ίδια στιγμή, το CDU του Φρίντριχ Μερτς υπέστη βαριές απώλειες. Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία μάλιστα απέτυχε για πρώτη φορά στην ιστορία του να ξεπεράσει το όριο του 5% σε εκλογές κρατιδίου. Ο ίδιος ο Μερτς χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «καταστροφή».
Η πραγματικότητα όμως είναι ότι το κεντροδεξιό CDU δεν έχει καταφέρει ακόμα να δώσει σαφείς απαντήσεις, ενώ την ίδια ώρα η ακροδεξιά αξιοποιεί όλα όσα παραμένουν ψηλά στην ατζέντα: μετανάστευση, δημογραφικό, ανισότητες, εξωτερική πολιτική.
Τι διδάσκει η Σουηδία την Ευρώπη
Η Σουηδία δεν αποδεικνύει ότι η ακροδεξιά μπορεί απλώς να «ηττηθεί» με έναν συγκεκριμένο τρόπο, ούτε μπορούν μηχανιστικά να γίνονται συγκρίσεις με άλλες χώρες. Αλλά η Σουηδία αποτελεί ένα παράδειγμα για το πώς η εκλογική δυναμική της ακροδεξιάς επηρεάζεται από το εάν τα ζητήματα που την τροφοδοτούν παραμένουν ψηλά στην ατζέντα, από το εάν τα παραδοσιακά κόμματα υιοθετούν μέρος της ατζέντας της ή βρίσκουν πειστικές απαντήσεις, από το εάν η ίδια συμμετέχει ή όχι στην άσκηση εξουσίας.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, το σουηδικό παράδειγμα αποτελεί υπενθύμιση ότι η δημοκρατία απαιτεί εγρήγορση και ουσία. Όπως οι πρόγονοί μας δίδαξαν ότι η πόλις κρατείται από τους νόμους και την αρετή των πολιτών, έτσι και σήμερα η Ευρώπη καλείται να αντισταθεί στους πειρασμούς του ακραίου λόγου, προσφέροντας λύσεις και ελπίδα στους λαούς της.
