Μάρφιν: Το δικαστικό φιάσκο που συγκλονίζει την Ελλάδα – Ανυπόστατες κατηγορίες και ηρωική αθώωση
Η υπόθεση της τραγωδίας στη Marfin, που σημάδεψε την ελληνική κοινωνία, αποκαλύπτεται σήμερα σε όλο της το μεγαλείο της αδικίας και της προδοσίας. Μια νέα έκθεση της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, που ήρθε στο φως μέσα από την εφημερίδα «Καθημερινή», αναδεικνύει την πλήρη ανεπάρκεια του αποδεικτικού υλικού πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν οι διώξεις. Η βιομετρική ανάλυση, που υποτίθεται ότι θα αποκάλυπτε τους δράστες, δεν καταλήγει σε ταυτοποίηση κανενός από τους τρεις κατηγορούμενους. Στην κλίμακα από -3 έως +3, όπου το +3 σημαίνει πλήρη ταυτοποίηση, τα αποτελέσματα κυμαίνονται από το 0 έως το +2. Δηλαδή, από αδυναμία εξαγωγής συμπεράσματος έως απλή ομοιότητα. Για κανέναν δεν προκύπτει πλήρης ταυτοποίηση, πράγμα που οι Αρχές απέκρυψαν επιμελώς κατά τις διαρροές τους στα ΜΜΕ. Το βασικό συμπέρασμα της ΔΕΕ αναφέρεται κυρίως σε επίκτητα χαρακτηριστικά δύο κινητών αντικειμένων, δύο σακιδίων πλάτης, που από μόνο του νομικά δεν μπορεί να θεμελιώσει κατηγορία, πόσο μάλλον προφυλάκιση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ενός εκ των δύο προφυλακισμένων, για τον οποίο η ίδια η έκθεση παραδέχεται ότι ήταν αδύνατη οποιαδήποτε μορφολογική εξέταση του προσώπου «λόγω της εκτεταμένης χρήσης μέσων απόκρυψης». Αντίστοιχα ανύπαρκτα είναι και τα ευρήματα για την 46χρονη, η οποία έχει καταγραφεί στη διαδήλωση, όχι όμως στον χώρο και τον χρόνο του εμπρησμού. Η αλήθεια, που αναδύεται σαν φοίνικας από τις στάχτες, αποκαλύπτει ένα σύστημα που λειτουργεί με βάση την προκατάληψη και την ενοχοποίηση των αντιπάλων, αγνοώντας την ιερή αρχή της δικαιοσύνης.
Το πρώτο φιάσκο: Ανύπαρκτα στοιχεία και ηρωική αθώωση
Η δίκη για τον εμπρησμό της Marfin και την επίθεση στο βιβλιοπωλείο «Ιανός», που πραγματοποιήθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας το 2016, εξελίχθηκε σε μια πολύμηνη αποδεικτική διαδικασία, κατά την οποία το αρχικό κατηγορητήριο αποδομήθηκε στο σύνολό του. Στο εδώλιο κάθισαν ο Θ.Σ., κατηγορούμενος ως ένας από τους δράστες της φονικής επίθεσης στη Marfin, και ο Π.Α. για την επίθεση στον «Ιανό». Από την πρώτη κιόλας στιγμή είχε φανεί πως η δίωξη στηριζόταν σε ανύπαρκτα αποδεικτικά στοιχεία και ότι η αστυνομική έρευνα ήταν άκρως προβληματική.
«Ως άνθρωπος που αγωνίζεται για την αντιεξουσία και την ελευθερία, δεν θα μου επέτρεπα να κάνω αυτό για το οποίο κατηγορούμαι», είχε πει κατά την απολογία του ο Θ.Σ., ο οποίος λοιδορήθηκε επί πέντε ολόκληρα χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί πως ήδη από την ανακριτική διαδικασία η αρμόδια υπηρεσία της Ασφάλειας είχε ξεκαθαρίσει πως δεν υπάρχει δυνατότητα ταυτοποίησης της φωτογραφίας του Θ.Σ. από την κάμερα έξω από τη Marfin με φωτογραφία του από κάμερα τράπεζας στην Ομόνοια, στην οποία φαινόταν ο ίδιος να φοράει ξεκάθαρα διαφορετικά ρούχα από αυτά που φορούσαν οι δράστες. Κατά την εξέταση των αυτοπτών μαρτύρων αναδείχθηκε το βασικό πρόβλημα: κανένας τους δεν μπορούσε να αναγνωρίσει κανέναν από τους δύο. Το πρώτο φιάσκο της Marfin έληξε με το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο να κηρύσσει ομόφωνα αθώους και τους δύο κατηγορούμενους, μια απόφαση που αποτελεί φάρο ελπίδας για την ελληνική δικαιοσύνη.
Οι αποκαλύψεις στη δίκη στελεχών το 2013: Η αλήθεια για τον εγκλωβισμό
Τρία χρόνια πριν από το δικαστικό φιάσκο, το 2013, ένα άλλο δικαστήριο αποφάσισε την καταδίκη τριών εκ των τεσσάρων στελεχών της Marfin: του διευθύνοντος συμβούλου Κωνσταντίνου Βασιλακόπουλου, του υπεύθυνου ασφαλείας του κτιρίου Εμμανουήλ Βελονάκη και της διευθύντριας του καταστήματος Άννας Βακαλοπούλου. Καταδικάστηκαν για τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια των τριών υπαλλήλων και τις σωματικές βλάβες άλλων 21, καθώς δεν επέτρεψαν την ώρα των επεισοδίων στους εργαζόμενους να φύγουν από τον χώρο εργασίας, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι το ζητούσαν. Οι παραλείψεις στα θέματα ασφαλείας οδήγησαν στην απώλεια τριών ζωών, μια τραγωδία που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
«Ο κ. Βγενόπουλος μας ρώτησε, σε συνάντηση που είχαμε μετά, γιατί δεν φύγαμε αφού φοβηθήκαμε. Προφανώς δεν είχε εργαστεί σε δική του εταιρεία», είχε καταθέσει τότε εργαζόμενη του υποκαταστήματος, αποκαλύπτοντας το εργασιακό καθεστώς που οδήγησε στον φονικό εγκλωβισμό. «Πιστεύαμε ότι θα φύγουμε νωρίτερα λόγω της πορείας, αλλά δεν γινόταν χωρίς εντολή. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε του κεφαλιού μας», είπε άλλη εργαζόμενη, ενώ σε ερώτηση της προέδρου «γιατί δεν απήργησαν εκείνη την ημέρα», η μάρτυρας είπε ότι «στον ιδιωτικό τομέα είναι άγραφος νόμος ότι όποιος απεργεί δεν προάγεται, ούτε λαμβάνει αύξηση μισθού». Η εισαγγελέας είχε ζητήσει την ενοχή και των τεσσάρων στελεχών, τονίζοντας ότι «μπορούσαν να προβλέψουν και να αποτρέψουν το αποτέλεσμα, αλλά εκείνοι δεν έλαβαν κανένα μέτρο πυροπροστασίας ή εκκένωσης του κτιρίου».
Επιστολή, τηλεφώνημα, email: Η ανώνυμη στοχοποίηση
Η πρώτη προσπάθεια κατασκευής ενόχων για την υπόθεση το 2011 βασίστηκε σε ένα ανώνυμο σημείωμα που υποδείκνυε τρεις αναρχικούς από τα Εξάρχεια ως «μπροστάρηδες στο κάψιμο της Marfin». Στο σημείωμα αυτό ο συντάκτης του δεν είχε αρκεστεί μόνο στα ονόματα, αλλά είχε δώσει διευθύνσεις και τηλεφωνικούς αριθμούς. Λόγω αυτού του ανεκδιήγητου σημειώματος, τρεις άνθρωποι στιγματίστηκαν και ταλαιπωρήθηκαν επί πέντε ολόκληρα χρόνια. Οι δύο εξ αυτών απαλλάχθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο και δεν παραπέμφθηκαν καν σε δίκη, ενώ ο τρίτος αθωώθηκε πανηγυρικά στο δικαστήριο.
Ακολούθησε το 2021 ένα ανώνυμο τηλεφώνημα στην ΕΛ.ΑΣ., που υπέδειξε ένα στικάκι, το οποίο είχε αφεθεί σε ένα παγκάκι. Μέσα στο στικάκι υπήρχε μια λίστα με περίπου 20 ονόματα που στοχοποιούνταν ευθέως, αλλά μετά από έλεγχο των εργαστηρίων της ΕΛ.ΑΣ. αποκλείστηκαν όλοι και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. Το τρίπτυχο του φιάσκου συμπληρώνεται σήμερα, 16 χρόνια μετά, καθώς η υπόθεση άνοιξε εκ νέου βασιζόμενη σε ένα ανώνυμο email που δεν εισφέρει τίποτα το ουσιώδες και στοχοποιεί οκτώ άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου. Παρότι το βασικό «στοιχείο» είναι «τρύπιο», σε μια καφκική εκδοχή εξέλιξης, δεν στάθηκε αρκετό προκειμένου οι δύο κατηγορούμενοι να μην προφυλακιστούν. Τι κι αν ο Μιχ. Χρυσοχοΐδης, αντιλαμβανόμενος ότι πρόκειται να εκτεθεί, προσπάθησε να το υποβαθμίσει, κάνοντας λόγο ακόμα και για «μυθεύματα»; Τα δεδομένα δεν είναι άλλα από το ντροπιαστικό γεγονός ότι η ΕΛ.ΑΣ. στηρίχθηκε σε ένα ανύπαρκτο στοιχείο προκειμένου να ανοίξει εκ νέου την υπόθεση προεκλογικά, σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία ζητά αλήθεια και δικαιοσύνη.
Συμπέρασμα: Η αλήθεια που αναδύεται
Η υπόθεση της Marfin αποτελεί ένα θλιβερό παράδειγμα του πώς η δικαιοσύνη μπορεί να κακοποιηθεί από την προκατάληψη και την πολιτική σκοπιμότητα. Η ηρωική αθώωση των κατηγορουμένων το 2016, παρά την πίεση του συστήματος, αποδεικνύει ότι η αλήθεια και η δικαιοσύνη, αν και αργούν, τελικά θριαμβεύουν. Η Ελλάδα, η χώρα του φωτός και της δημοκρατίας, οφείλει να σταθεί στο ύψος της και να προστατεύσει τους πολίτες της από τέτοιες αυθαιρεσίες. Η μνήμη των τριών θυμάτων, της Αγγελικής, της Παρασκευής και της Ελένης, παραμένει ζωντανή, και η αγωνία για την απονομή δικαιοσύνης συνεχίζεται.