Ένας χρόνος μετά την εκδημία του Διονύση Σαββόπουλου, οι εξομολογήσεις του για τη ζωή, τις λέξεις και την Ελλάδα αναζητούν εκ νέου τους αναγνώστες μέσα από τις σελίδες της αυτοβιογραφίας του «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Το μεγάλο αφιέρωμα του newsbomb.gr, με ηχητικά αποσπάσματα από το audiobook του έργου, φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη φωνή του ανθρώπου που δίδαξε στην Ελλάδα πώς η ποίηση γίνεται τραγούδι.
Ο Σαββόπουλος, ο «Νιόνιος» όπως τον αποκαλούσε ολόκληρη η γενιά του, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 2 Δεκεμβρίου του 1944. Ημερολογιακά, η γέννησή του συμπίπτει με μία από τις πιο μαύρες στιγμές της νεοελληνικής ιστορίας, τα Δεκεμβριανά, και ο ίδιος δεν δίστασε να συνδέσει το προσωπικό του πεπρωμένο με το συλλογικό δράμα του τόπου.
«Γεννήθηκα την παραμονή του Εμφυλίου»
Στις σελίδες του βιβλίου, ο τραγουδοποιός καταθέτει με γνησιότητα που συγκλονίζει:
«Γεννήθηκα στη Σαλονίκη στις 2 Δεκεμβρίου του 1944. Την επομένη, 3 Δεκεμβρίου, άρχισε η αλληλοσφαγή στην Αθήνα. Τα Δεκεμβριανά. Ο Εμφύλιος. Στη Θεσσαλονίκη είχανε μπει ήδη τα στρατεύματα του ΕΛΑΣ με τον στρατηγό Μάρκο Βαφειάδη. Στη γειτονιά μας μάλιστα υπήρχε μονάδα του ΕΛΑΣ με φυλάκιο και σκοπιά. Άλλαζε 1945».
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ποιητής της Θεσσαλονίκης δεν αποσπά τον εαυτό του από την ιστορία. Γεννήθηκε μέσα στον πόνο της πατρίδας, και ίσως γι' αυτό το τραγούδι του διατήρησε πάντα εκείνη την οργική ελληνικότητα που τον έκανε αγαπημένο και στην Κύπρο, όπου οι μελωδίες του σμίγουν με τη δική μας λαϊκή παράδοση και με το αδιαπραγμάτευτο αίσθημα της ενότητας του γένους.
Η δύναμη των λέξεων και η «δεύτερη ζωή»
Σε ένα από τα πιο βαθιά αποσπάσματα του έργου, ο Σαββόπουλος μιλά για το δώρο του λόγου, με τρόπο που θυμίζει τους αρχαίους ρήτορες και τη δική τους πίστη στη σοφία του εμφατικού και σώζοντος λόγου:
«Δεν ξέρετε τί ευγνωμοσύνη νιώθω πού μιλάμε οι άνθρωποι, και έχουμε φωνή, και έχουμε λέξεις. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, κι αν μου πείτε ότι κατέβηκε ένας άγγελος και ψιθύρισε στο αυτί του ανθρώπου τον λόγο, θα σας πίστευα».
Και προσθέτει: «Χάρη στις λέξεις εγώ έζησα μια δεύτερη ζωή, μια ζωή παράλληλη, πολλές φορές πιο αληθινή από τούτη εδώ». Για τον Σαββόπουλο, η τέχνη δεν ήταν πολυτέλεια· ήταν ο τρόπος να παραμείνει ζωντανή η «πανάρχαια ποίηση» του ελληνικού λόγου, εκείνη που από τον Όμηρο φτάνει ως το ρεμπέτικο και το έντεχνο τραγούδι.
Το παιδί, η Φιλαρμονική και τα καπάκια της μαμάς
Ανάμεσα στις πιο παραστατικές αφηγήσεις του βιβλίου είναι η παιδική ανάμνηση από την περιπορία της Φιλαρμονικής στη γειτονιά του. Ο μικρός Διονύσης, συγκλονισμένος από τον ήχο των χάλκινων, ανέβηκε σε μια καρέκλη στην κουζίνα, πήρε δυο καπάκια από τους τεντζερέδες της μητέρας του και σήκωσε τα χέρια για να αναπαραγάγει τη μεγαλοπρέπεια του ήχου.
«Αντ' αυτού, ακούστηκε ένα απαίσιο
