Βορίζια 1955: Η νύχτα που το αίμα έβαψε το πανηγύρι του Αγίου Φανουρίου
Έξι νεκροί και δεκατέσσερις τραυματίες. Αυτός ήταν ο απολογισμός μιας από τις πιο αιματηρές βεντέτες που γνώρισε η Κρήτη τη δεκαετία του 1950. Όλα έγιναν μέσα σε λίγες ώρες, στα Βορίζια Ηρακλείου, όταν το πανηγύρι για τον Άγιο Φανούριο μετατράπηκε σε σκηνικό θανάτου, βυθίζοντας το χωριό σε έναν κύκλο εκδίκησης που θύμισε τις αρχαίες τραγωδίες.
Η πρώτη πράξη: Ο δασοφύλακας πέφτει νεκρός
Ανάμεσα στους πανηγυριστές βρισκόταν ο 38χρονος Γιάννης, ο δασοφύλακας του χωριού. Κάποια στιγμή τον πλησίασε ο Μανούσος, 31 ετών, χασάπης στο επάγγελμα. Οι δύο άνδρες γνωρίζονταν, κανείς όμως δεν περίμενε την εξέλιξη. Ο Μανούσος επιτέθηκε ξαφνικά στον Γιάννη, χτυπώντας τον επανειλημμένα με ένα μεγάλο μαχαίρι. Ο δασοφύλακας μεταφέρθηκε αιμόφυρτος στο σπίτι του, όπου άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Γιάννης ήταν το πρώτο θύμα.
Γιατί ο Μανούσος σκότωσε τον δασοφύλακα;
Η αιτία του πρώτου φόνου δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ απόλυτα. Μία από τις βασικότερες εκδοχές έλεγε ότι ο Γιάννης, λόγω της ιδιότητάς του, είχε αντιληφθεί τον Μανούσο να κόβει παράνομα ξύλα από δημόσιο δάσος και φοβόταν ότι θα τον κατήγγειλε στη Χωροφυλακή. Άλλη εκδοχή μιλούσε για έναν ασήμαντο καβγά, που φέρεται να ξεκίνησε επειδή ο δασοφύλακας δεν ανταπέδωσε χαιρετισμό στον ανιψιό του Μανούσου. Υπήρχε όμως και μια τρίτη εκδοχή: ο Γιάννης φέρεται να προσπαθούσε να πείσει ανθρώπους που κατευθύνονταν στο καφενείο του Μανούσου να πάνε σε άλλο καφενείο. Όποια κι αν ήταν η πραγματική αφορμή, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: ένας άνθρωπος ήταν νεκρός, και η εκδίκηση μόλις είχε αρχίσει.
Ο 18χρονος Μανούσος γίνεται το δεύτερο θύμα
Μετά τη δολοφονία του δασοφύλακα, το χωριό αναστατώθηκε. Οι κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους για να μάθουν τι έχει συμβεί. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ένας 18χρονος Μανούσος, γιος του προέδρου της κοινότητας και πρώτος ξάδελφος του δράστη. Ο νεαρός βρισκόταν στον εξώστη του σπιτιού του, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Η σφαίρα τον χτύπησε στην κοιλιά, και ο 18χρονος έπεσε νεκρός.
Ο Ζαχαρίας και η δεύτερη πράξη της βεντέτας
Για τη δολοφονία του 18χρονου Μανούσου κατηγορήθηκε αργότερα ο 28χρονος Ζαχαρίας, ανιψιός της συζύγου του δολοφονημένου δασοφύλακα. Η αλυσίδα είχε πλέον ξεκινήσει: ο ένας νεκρός έφερνε τον άλλον. Και στο χωριό όλοι καταλάβαιναν πως η νύχτα μπορούσε να γίνει ακόμη χειρότερη.
Ο Μιχάλης βρίσκεται νεκρός στον δρόμο
Δεν άργησε να πέσει και τρίτος άνθρωπος. Ο Μιχάλης, κάτοικος των Βοριζίων, βρέθηκε νεκρός σε δρόμο του χωριού, πυροβολημένος. Για τη δολοφονία του κατηγορήθηκε ο 54χρονος κτηνοτρόφος Γιάννης, συγγενής του Μανούσου, του πρώτου δράστη. Τρεις άνθρωποι είχαν πλέον σκοτωθεί. Τα Βορίζια βυθίστηκαν στον φόβο. Οι άνδρες έτρεξαν στα σπίτια τους, πήραν όπλα και επέστρεψαν στους δρόμους. Το πανηγύρι είχε τελειώσει. Στη θέση της μουσικής ακούγονταν πυροβολισμοί.
Ο Θεοχάρης παίρνει τη χειροβομβίδα
Και τότε η βεντέτα πέρασε σε ακόμη πιο ακραίο σημείο. Ο 29χρονος Θεοχάρης, έχοντας χάσει συγγενή του, αποφάσισε να εκδικηθεί. Πήρε μια χειροβομβίδα τύπου «Μιλς» και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του δολοφονημένου δασοφύλακα, όπου είχαν συγκεντρωθεί συγγενείς και φίλοι για να θρηνήσουν τον νεκρό. Ο Θεοχάρης ανέβηκε στην ταράτσα, και από κάτω του βρισκόταν το πλήθος. Τότε έριξε τη χειροβομβίδα.
Τρεις νεκροί από την έκρηξη
Η έκρηξη συγκλόνισε τα Βορίζια. Τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν και δεκατέσσερις τραυματίστηκαν. Κάποιοι από τους τραυματίες υπέστησαν φρικτές κακώσεις και ακρωτηριασμούς, τραύματα που θα τους συνόδευαν για το υπόλοιπο της ζωής τους. Κι όμως, ο απολογισμός θα μπορούσε να είναι ακόμη βαρύτερος. Η χειροβομβίδα δεν κατέληξε ακριβώς στο σημείο που είχε υπολογίσει ο Θεοχάρης. Χτύπησε στο πάνω μέρος της πόρτας και έπεσε στην αυλή. Μια μικρή αλλαγή στην πορεία της απέτρεψε ένα ακόμη μεγαλύτερο μακελειό.
Έξι νεκροί πριν ξημερώσει
Όταν ξημέρωσε, τα Βορίζια είχαν μετατραπεί σε σκηνικό καταστροφής. Ο απολογισμός ήταν έξι νεκροί και δεκατέσσερις τραυματίες. Η Χωροφυλακή έστειλε ισχυρές δυνάμεις στην περιοχή, ενώ κατέφθασε και τμήμα του στρατού. Γιατροί και νοσηλευτές έφτασαν στο χωριό για να περιθάλψουν τους τραυματίες. Οι αρχές φοβήθηκαν ότι η βεντέτα μπορούσε να συνεχιστεί. Οι αυτόπτες μάρτυρες απομονώθηκαν στο σχολείο του χωριού, ενώ οι δυνάμεις ασφαλείας ξεκίνησαν την αναζήτηση των υπευθύνων. Η είδηση είχε ήδη ταξιδέψει σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Η δίκη μεταφέρεται στην Αθήνα
Η υπόθεση ήταν τόσο σοβαρή, ώστε η δίκη αποφασίστηκε να γίνει στην Αθήνα. Ο Άρειος Πάγος επέλεξε το Β΄ Κακουργιοδικείο Αθηνών, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος νέων αντεκδικήσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές. Έναν χρόνο περίπου μετά τη νύχτα του μακελειού, έξι άνθρωποι κάθισαν στο εδώλιο. Η αστυνομική παρουσία ήταν αυστηρή. Στους διαδρόμους του δικαστηρίου βρίσκονταν μαυροφορεμένες γυναίκες και άνδρες με μαύρα πουκάμισα. Οι συγγενείς των δύο πλευρών παρακολουθούσαν με ένταση την εξέλιξη της δίκης. Ο φόβος για νέα σύγκρουση παρέμενε.
Οι κατηγορούμενοι ακούν τις ποινές
Ο Μανούσος, ο άνθρωπος που σκότωσε τον δασοφύλακα Γιάννη, υποστήριξε στο δικαστήριο ότι είχε καταναλώσει μεγάλες ποσότητες κρασιού και τσικουδιάς και πως δεν είχε πλήρη αντίληψη όσων έκανε. Καταδικάστηκε σε 20 χρόνια κάθειρξη. Ο Ζαχαρίας, που κατηγορήθηκε για τη δολοφονία του 18χρονου Μανούσου, καταδικάστηκε σε 10 χρόνια. Ο Θεοχάρης, ο άνθρωπος που πέταξε τη χειροβομβίδα, δέχτηκε τη βαρύτερη ποινή: 25 χρόνια κάθειρξη. Άλλοι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν για την κατοχή όπλων. Χρόνια αργότερα ακολούθησαν μειώσεις ποινών και αποφυλακίσεις. Ο Μανούσος αποφυλακίστηκε το 1968, ενώ ο Θεοχάρης αποφυλακίστηκε έχοντας εκτίσει περίπου 15 χρόνια από την ποινή του.
Μια νύχτα που έμεινε για πάντα στα Βορίζια
Η δίκη τελείωσε. Οι ποινές επιβλήθηκαν. Οι καταδικασμένοι κάποτε βγήκαν από τις φυλακές. Όμως η ιστορία των Βοριζίων δεν τελείωσε εκεί. Γιατί μια βεντέτα δεν τελειώνει όταν πέσει η αυλαία ενός δικαστηρίου. Μένει στις οικογένειες, στις μνήμες και στις σιωπές. Και στα Βορίζια ολόκληρος ο κύκλος του αίματος χρειάστηκε μόλις λίγες ώρες για να ξετυλιχθεί. Ο Γιάννης, ο δασοφύλακας, ήταν ο πρώτος νεκρός. Ο 18χρονος Μανούσος ο δεύτερος. Ο Μιχάλης ο τρίτος. Και ύστερα ήρθε η χειροβομβίδα του Θεοχάρη, που σκότωσε ακόμη τρεις ανθρώπους και τραυμάτισε δεκατέσσερις. Η νύχτα εκείνη, που έβαψε το πανηγύρι στο αίμα, έμεινε για πάντα χαραγμένη στη μνήμη του τόπου, ως υπόμνηση της ανθρώπινης τραγικότητας και της ανάγκης για ενότητα απέναντι στη βία.